Για τη δημοτική ποίηση
Αλλά το άριστο δείγμα του γεωμετρημένου μυθικού τοπίου μας το δίνει η δημοτική ποίηση. Εδώ δεν πέφτει ούτε μια λέξη στο χώμα από το δέντρο του ζωντανού μύθου. Όλες οι μορφές, που στέκουνται ή περπατούν και κουβεντιάζουν, είναι φαντάσματα στερεά. Για να ειπώ ό,τι εννοώ, θυμίζω το στίχο του Δάντη, που για το Σεφέρη εστάθηκε το σάββατο των σαββάτων της μεγάλης ποίησης:
                            Trattando I'; ombre come cosa salda
(Μεταχειρίζομαι τους ίσκιους σαν πράμα στερεό.    (Α,Ι)
Από τις πρώτες κιόλας λέξεις κάθε τραγουδιού έχει καβαλικέψει κανείς την κυματιστή χαίτη του ονείρου, και ρεβανίζει στην ιερά οδό της γήινης αμνηστείας. Αντί για την όποια φτωχή θεωρία αφήνω να μιλήσουνε μόνες τους δύο τρεις μουσικές στιγμές:
 Κάτω στην Αγια Μαρίνη και στην Παναγιά
 Δώδεκα χρονώ κορίτσι γένει καλογριά.
 Ούτε το σταυρό της κάνει ούτε προσκυνά.
 Μόν' στα σταυροδρόμια στέκει και κρασί πουλά. 
 Πέρασε κι ένας λεβέντης και την αρωτά,
 - Πόσο το κρασί, κυρά μου, πόσο η οκά;
 - Πέντε φράγκα στους γερόντους, τζάμπα στα παιδιά.
Ποιος αμφιβάλλει πως αυτή η παγανή ιερόδουλη θα λογάριαζε την παράδεισο και την κόλαση να ζυγίζουν όσο ένας μπακιρένιος οβολός στα χέρια μιας ζητιάνας; Ο έρωτας είναι το μέγα προνόμιο των νέων. Οι γεροπαράλυτοι και οι σαλιάρηδες θα πληρώσουν.
Στο επόμενο δείγμα κάποιος ξενιτεμένος χωρίς γυρισμό στέλνει γραφή με τα πουλιά στην αραβωνιαστικιά και στη μάνα του. Εδώ στα ξένα, λέει, με πάντρεψαν με μιαν αρμενοπούλα, οπού μαγεύει τ' άστρι και δεν περπατεί. Χρόνια αγωνίζεται να σκορπίσει τον ίλιγγο της μαγγανείας και να γυρίσει. Του κάκου όμως.
 Σελλώνω τ' άλογο μου, ξεσελλώνεται"
 Κινάω για να φύγω, αστράφτει και βροντά'
 Κι όταν γυρίζω πίσω, ήλιος, ξαστεριά.
Βρισκόμαστε μπροστά στην εικόνα ενός ξυπνητού ύπνου. Ενός έξυπνου ενυπνίου. Είναι, το δραματικό μεταίχμιο ανάμεσα στο φροντιστικό Οδυσσέα που πρέπει να φύγει για την Ιθάκη, και στον ηδονικό Ελπήνορα που γκρεμοτσακίζεται στη φρενήρη κωδωνοκρουσία του ενθουσιασμού του.
Στο τρίτο δείγμα ο λαός ζωγραφίζει μια πανέμνοστη νύφη με λόγια τόσο πλούσια, που μόνο η σιωπή μπορεί να τα δώσει. Δε θα ειπεί ούτε μία λέξη για την κόρη που ξεσηκώνει γύρω της έναν χαλασμό από χορούς και νταγερέδες. Ακίνητη, και μέσα στην αθώα της άγνοια κινεί γύρω της ένα μικρό σύμπαν.
 Ένας ασίκης διάβαινε στον κάμπο καβαλάρης,
 Σέρνει νταούλια τριανταδυό, καλάμια εξηνταπέντε,
 Ούτε σε γάμο πήγαινε ούτε σε πανηγύρι,
 Στου πεθερού του την αυλή
.

Σαν την Ελένη που έκαμε τον τρωικό πόλεμο και δε μας είπε λέξη για την εμορφιά της ο Όμηρος.
Το ακόλουθο δείγμα μιλάει για έναν παλίκαρο, που το ασκέρι του Αλήπασα τον έκλεισε στα στενά. Μαζί είναι κι ένας έλληνας, που η συγκυρία τόνε θέλει από τη μεριά του εχθρού. Παραδόσου, ρε ήρωα, για να μη σε χαλάσουνε, του φωνάζει μπεσαλίδικα. Και το θερίο των ξέφωτων αποκρίνεται: Μα τι λες, ρε καρυόλη!
 Στο Μέτσοβο στον πλάτανο, μες στις κρύες βρυσούλες
 Κλείσαν το Γρίβα, κλείσανε, πέντ' έξι οχτώ χιλιάδες,
 Κι ήτανε μέσα Αλήπασας κι αυτός ο Καρυοφύλλης.
 - Γρίβα μου, ρίξε τ' άρματα, Γρίβα μου, ξαρματώσου.
 - Τι λες, βρε συ Αληπασά, κι εσύ βρε Καρυοφύλλη!
Αυτό δεν είναι απλό όχι. Αυτό είναι κρίση θεού. Σα να θέλει να πει: Μα ποιος είσαι, ασυλλόγιστε, που διατάζεις τον ήλιο να μην ανατείλει; Γίνουνται τέτοια παράξενα;
Το τελευταίο δείγμα μου το αφήνω ακαριαίο και ασχολίαστο:

Βασιλικός μυρίζει εδώ, η αγάπη μου διαβαίνει.
Όλος ο κόσμος χαίρεται, μένα η ψυχή μου βγαίνει.

Θα αργήσουμε να καταλάβουμε, αν καταλάβουμε ποτέ πως αν είμαστε λαός που περπατά στην έρημο αναζητώντας τη γη που κάποτε ήταν δική του, τα Δημοτικά  τραγούδια είναι η Κιβωτός της διαθήκης του.