|
Δημιουργός: (δωριστί: Δαμιουργός)
Ο μετερχόμενος έργο ωφέλιμο δια το κοινό συμφέρον {«ΔΗΜΩΙ») και κατ' επέκταση ο κατεξοχήν τέτοιος, δηλαδή το Ον, το οποίο έδωσε μορφή και τάξη στον Κόσμο για το κοινό συμφέρον όλων των εγκόσμιων πραγμάτων. Κατά τον Πλάτωνα, ο συνθέσας τον άριστο και τελειότατο Κόσμο με πρότυπο τις αιώνιες και τέλειες Ιδέες. Κατά τους Νεοπλατωνικούς Θεόδωρο Ασιναιο και Αμέλιο τον Απαμιέα (από την Απάμεια της Συρίας, μαθητή του Πλωτίνου και διδάσκαλο του Πορφυρίου), ο Δημιουργός είναι Ένας αλλά το δημιουργικό του έργο κατενεμήθη σε μερικότερες δυνάμεις {«ΕΙΣΓΑΡ ΕΣΤΙΝ Ο ΤΩΝ ΟΛΩΝ ΔΗΜΙΟΥΡΓΟΣ, ΚΑΤΕΝΕΙΜΑΝΤΟ ΔΕ ΑΥΤΟΥ ΤΗΝ ΟΛΗΝ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑΝ ΜΕΡΙΚΩΤΕΡΑΙ ΔΥΝΑΜΕΙΣ»), και συγκεκριμένα σε τρεις μερικότερους Δημιουργούς, ανώτερους των νοητών και νοερών Θεών, οι οποίοι κατά σειράν είναι: ο Ουσιώδης Νους, ή κατά τον Αμέλιο ο Ων Νους, αδιαίρετος και αυτούσιος, η Νοερά Ουσία «η εις όλα διηρημένη» ή κατά τον Αμέλιο ο Έχων Νους που μετέχει στον πρώτο ως το εντός αυτού «Νοητόν» και, τέλος, η Πηγή των Ψυχών, η ποιούσα την διαίρεση «εις τα καθ' έκαστα», ή κατά τον Αμέλιο ο Ορών Νους, ο οποίος «μετέχει» στο «Νοητόν» του Έχοντος {«ΠΑΣ ΓΑΡ ΝΟΥΣ ΤΩι ΣΥΖΥΓΟΥΝΤΙ ΝΟΗΤΩι Ο ΑΥΤΟΣ ΕΣΤΙΝ») και μπορεί να «ορά» τα Όντα. Ο Θεός -Δημιουργός των Εθνικών, ως εσωκοσμικός, ουδεμίαν σχέση έχει με τον εξωκοσμικό Θεό - Δημιουργό των Ιουδαιοχριστιανών.
Ο Αμερικανός φυσικομαθηματικός Paul Davis («Θεός και μοντέρνα Φυσική», Αθήνα, 1988) υπογραμμίζει, ότι η σύγχρονη Επιστήμη καθιστά πλέον παράλογη την άποψη των μονοθεϊστών περί ενός υποτιθεμένου έξωθεν Θεού -Δημιουργού, μη αποκλείοντας ωστόσο την ύπαρξη εσωκοσμικού Θεού-Παγκοσμίου Νοός, ο οποίος αποτελεί τμήμα του μοναδικού φυσικού Σύμπαντος, μη αποκλείοντας δηλαδή την ύπαρξη φυσικού και όχι υπερφυσικού Θεού.
Κατά τον Davis, το φυσικό Σύμπαν είναι το μέσον μέσω του οποίου εκφράζεται η διάνοια ενός εσωκοσμικού Θεού, όπως ακριβώς ο εγκέφαλος των όντων είναι το όργανο δια του οποίου εκφράζεται η διάνοια τους. Την καλύτερη περιγραφή αυτού του εσωκοσμικού Θεού - Δημιουργού κάνει ο Σενέκας στο «Naturales quaestiones» (2. 45): «εμείς αναγνωρίζουμε τον Δία ως κυβερνήτη και φύλακα του Σύμπαντος, ως ψυχή και πνεύμα του Κόσμου, κύριο και υπεύθυνο της δημιουργίας, στον οποίο αρμόζουν όλα τα ονόματα.
Εάν εσύ θέλεις να τον αποκαλείς Μοίρα, δεν κάνεις λάθος. Είναι αυτός ο ίδιος από τον οποίο τα πάντα εξαρτώνται, το αίτιο των αιτίων, Εάν θέλεις πάλι να τον αποκαλέσεις Πρόνοια, πράττεις επίσης ορθώς. Είναι αυτός ο ίδιος, του οποίου η Σοφία προνοεί για τον Κόσμο μας. Εάν επιθυμείς να τον αποκαλέσεις Φύση, πάλι δεν σφάλλεις. Είναι αυτός από τον οποίο εγεννήθησαν τα πάντα και που από την αναπνοή του εμείς ζούμε. Εάν θέλεις να τον αποκαλέσεις Σύμπαν, πάλι δεν κάνεις λάθος, καθώς αυτός είναι όλα όσα γύρω σου βλέπεις, αυτός που ενυπάρχει σε όλα τα επιμέρους, αυτός που υπερασπίζεται τον εαυτό του και όλα όσα είναι μέσα του».
Πηγή: Βλάσης Ρασσιάς "Θύραθεν" φιλοσοφικό λεξικό - Εκδόσεις "Ανοιχτή πόλη
";Αυτό το κάτι"; που τσάκισε την ελληνική ΑΥΤΟΘΕΣΜΙΣΗ είχε, φυσικά, και όνομα, είχε και ιδεολογία. Αυτό που ενδιαφέρει εδώ τον γράφοντα, είναι ωστόσο η απαρίθμηση απλώς των προτεινομένων ";αυτού του κάτι"; προς τον άνθρωπο: σε προσωπικό επίπεδο αναχωρητισμό και ιδιώτευση και σε πολιτικό επίπεδο, αν μπορεί να λεχθεί πολιτικό, βασιλεία του τρόμου και ασυδοσία των θεοκρατών, των εχθρών του ανθρώπινου πνεύματος, των συνωμοτών και των ευνούχων παρακοιμωμένων, ζέχνοντα φαινόμενα που σήμερα έχουν επιβιώσει μεταλλαγμένα μέσα στην γενική διαφθορά του συστήματος της Παγκοσμίου Ιερουσαλήμ που διοικεί τον πλανήτη. Στην Παρρησία των Ελλήνων η χριστιανική αντιπρόταση υπήρξε, για το παρελθόν, το παρόν αλλά και το μέλλον μας, δουλοπρέπεια, κρυψίνοια και προς τα κάτω ισοπεδωτισμός,
ΤΟ ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΕΙΝΑΙ ΑΠΟ ΕΝΑ ΑΡΘΡΟ ΤΟΥ Β.ΡΑΣΣΙΑ..ΜΕ ΤΙΤΛΟ: "ΠΕΡΙ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ"...... http://www.rassias.gr/1008.html
Εκ του ρήματος «αγαπάω -ώ» (ομόρριζο των «αγάω», «αγάζομαι», «άγαμαι»), ήτοι διακειμαι φιλικώς ή ερωτικώς προς κάποιον. Το «αγαπάν» φαίνεται να συμπεριλαμβάνεται στα «καλά ήθη και επιτηδεύματα» των Πυθαγορείων («ΤΟ ΓΑΡ ΑΓΑΠΑΝ ΚΑΙ ΤΟ ΣΤΕΡΓΕΙΝ ΤΩΝ ΚΑΛΩΝ ΕΘΩΝ ΤΕ ΚΑΙ ΕΠΙΤΗΔΕΥΜΑΤΩΝ ΥΠΑΡΧΕΙ», Στοβαίος, III, ι, ιοί), οι δε Ακαδημεικοί, δια του Σπευσίππου, ορίζουν την Αγάπη ως παντελή απόδειξη ή ολοκληρωτική αποδοχή, ωστόσο σχεδόν καθόλου δεν προτιμάται ως όρος αυτός από τους λοιπούς συγγραφείς της Εθνικής Γραμματείας, και ίσως ορθώς, αφού η Αγάπη, ως διαδικασία μόνον της Αρετής που αποκαλείται Φιλότης, δεν είναι παρά απλώς έν εκ των παθών της ανθρωπινής ψυχής, δια του οποίου κάποιος καταλήγει σε εύνοια προς άλλα πρόσωπα ή αφοσιούται σε αυτά. Αποτελεί συνεπώς η Αγάπη όχι μία εκ των Αρετών (ως θείων συμπαντικών δυνάμεων, που εκδηλούνται δια των θνητών προς τα θνητά, βλ. και λ. Αρετή), αλλ' απλό θετικό συναίσθημα και γι' αυτό, σε αντίθεση προς τις Αρετές, στερείται ενός αντιστοίχου της επιθέτου (λ.χ. Γενναιότης - γενναίος, Δικαιοσύνη - δίκαιος, Φιλότης - φίλιος, κ.ά.).
Στους Εθνικούς, η Φιλότης, η οποία απετέλεσε την βάση για την κοινωνική και εθνική τους οργάνωση, δεν απετέλεσε θρησκευτική υποχρέωση, αλλά συνεδέετο ως αρμόζει σε όντα έμφρονα, δηλαδή λογικώς, μετά της Αρετής και του Καθήκοντος, ως Ορθή Σχέσις του ανθρώπου προς αλλήλους, εκδηλούται δε πολλαπλώς ως Αγαθότης, Χρηστότης, Ηπιότης, Συνδιαλλακτικότης και δυνατότης ενσυνειδήτου συλλυπείσθαι, στέργειν και ευεργετείν. Αποφεύγοντες όμως τους έγκυρους όρους «Έρως», «Φιλία» και «Φιλότης», οι χριστιανοί κατέφυγαν αναγκαστικώς στον όρο «Αγάπη» για ν' αντιπαρατάξουν στην ερωτική Θεολογία μία υποτιθέμενη ιδιότητα του Θεού τους Ιαχωβά (να μεταδίδει τάχα την αγαθότητα του στον κόσμο και κυρίως στους ανθρώπους, καθιστώντας έτσι τα δημιουργήματα του «μετόχους» της μακαριότητας του. Οι Ορθόδοξοι θεολογούντες μάλιστα, προχώρησαν βαθύτερα στην μεθοδική ακαταληψία, περιγράφοντας την Αγάπη ως... «αυτόβουλο βίωμα των θείων προσώπων της χριστιανικής Τριάδος», 5ΐΌ). Παρουσίασαν δε οι χριστιανοί αυτήν την Αγάπη ως αντίθετο τάχα της Φιλαυτίας, καθώς και ως φορά προς τους ετέρους και μετάδοση, πέσαντες έτσι σε μία θεμελιακή αντίφαση όσον αφορά τον ζηλόφθονο και αυτιστικό χαρακτήρα του Θεού τους, όπως αυτός τουλάχιστον δηλώνεται μέσα από τα ίδια τα «ιερά» βιβλία τους.
Πηγή: Βλάσης Ρασσιάς "Θύραθεν" φιλοσοφικό λεξικό - Εκδόσεις "Ανοιχτή πόλη"
Ύβρις:
Εκ του ρήματος «υβρίζω» (δωρ. «υβρίσδω»), φέρομαι αυθαδώς. Αυθάδεια εξ υπερβολικής συναισθήσεως δυνάμεως. Η όποια παραβίαση του «Μέτρου» (βλ. λ.), κατά κανόνα με την μορφή ανοσίων εκδηλώσεων οφειλομένων στην αλαζονεία, την απληστία, την υπερβολή ή την τυφλή επιδίωξη ισχύος και πλούτου. Η Ύβρις ορίζεται ως θρασύτης, αναισχυντία και ανευλάβεια έναντι της ηθικής τάξεως του Κόσμου, περιφρόνηση του Θείου ή καταπάτηση των νόμων της Φύσεως. Στον Ευριπίδη («Ιππόλυτος» 474 - 475), η Ύβρις ορίζεται ως προσπάθεια ξεπεράσματος των Θεών: «ΥΒΡΙΣ ΤΟ Δ' ΕΣΤΙ, ΚΡΕΙΣΣΩι ΔΑΙΜΟΝΩΝ ΕΙΝΑΙ ΘΕΛΕΙΝ».
Κατά τον Ησίοδο («Έργα και Ημέραι» 217) η Ύβρις πάντοτε ηττάται στο τέλος υπό της ισχυροτέρας αυτής Δικαιοσύνης, ενώ κατά τον Πλάτωνα, ο υβριστής εγκαταλείπεται με δική του υπαιτιότητα υπό των Θεών και τιμωρείται («Νόμοι» Δ 716). Η τιμωρία τού υβριστού, ουδεμία σχέση έχει με «φθόνο των Θεών» (Ευριπίδης, «'λκηστις» 1135), αλλ' αποτελεί απλώς αυτόματο αποκατάσταση των υποχρεωτικών ισορροπιών και μέτρων του Κόσμου, υπεύθυνη δε θεότης γι' αυτόν τον άτεγκτο αυτοματισμό θεωρείται η Θεά Νέμεσις. Η Ύβρις και η τιμωρία της, αποτελεί την κεντρική ιδέα της Ελληνικής Τραγωδίας, στην οποία συντρίβονται οι «υβρισταί», δηλαδή όλοι όσοι προσπαθούν να υψώσουν τον εαυτό τους πέραν των ανθρωπίνων ορίων.
Πηγή: Βλάσης Ρασσιάς "Θύραθεν" φιλοσοφικό λεξικό - Εκδόσεις "Ανοιχτή πόλη"
δικαιοπολις πελασγος