νομιζω ο Τζιμακος ειναι σαν το παλιο κρασι.... καθε φορα γινεται και καλητερος...για μενα ειναι απο τις καλητερες του, η σημερινη του εκμπομπη.... να αποφευγεται παντως απο φανατικους... σεμνοτυφους... .....
Ο Σιμπλίκιος, ένας νεοπλατωνιστής φιλόσοφος του 6ου αιώνα μ. Χ., παραθέτει το μοναδικό σωζόμενο απόσπασμα του Αναξίμανδρου στο έργο του Εις Φυσικά. «Ο Αναξίμανδρος είπε ότι αρχή των όντων είναι το άπειρο ...; από το οποίο έγιναν όλοι οι ουρανοί και οι κόσμοι που υπάρχουν... Και απ' όπου προέρχεται η γένεση των όντων εκεί ακριβώς συντελείται και η διάλυση τους σύμφωνα με την ανάγκη, γιατί τιμωρούνται και επανορθώνουν αμοιβαία για την αδικία, σύμφωνα με την τάξη του χρόνου»
ΑΔΙΚΙΑ και ΤΙΣΗ.... Είκοσι τρεις λέξεις απόμειναν από τα γραπτά του Αναξίμανδρου. Λιγότερες και από τις ώρες της μέρας. Δεν ξέρουμε αν ο χρόνος στάθηκε με δικαιοσυνη πάνω στο έργο αυτού του εξαιρετικού ανθρώπου. Εάν θα έπρεπε ή όχι περισσότερα λόγια του να περάσουν τον ποταμό της λήθης και να σωθούν.
Εκείνο που ξέρουμε είναι πως ο Αναξίμανδρος μίλησε για την δικαιοσύνη του χρόνου μ' ένα τρόπο που κανείς πριν απ' αυτον δεν υποψιάστηκε, και κανείς ύστερα από εκείνον δεν μπόρεσε να ξεπεράσει. Είναι κατά τούτο ο πρώτος νομοθέτης όχι μόνο σε πανανθρώπινη, αλλά και σε παγκόσμια βαση.
Η ιδέα του για τη δικαιοσύνη και την αδικία, πέρα από τα στενά όρια του ανθρώπου, περιχωρεί και τα απεριόριστα πεδία των πραγμάτων και των δράσεων. Και το εύρος της δικής μας ερμηνείας δεν προκειται να συμπέσει με το εύρος της δικής του σύλληψης, εάν,. υπερβαίνοντας την κοσμική, δεν καλύψει και την οντική περιοχή. Ο Αναξίμανδρος ατένισε την ιδέα της δικαιοσύνης του σύμπαντος.
Μέσα απο τις ελάχιστες λέξεις των πέντε αποσπασμάτων του μπορούμε να αναστυλώσουμε την εικόνα μιάς αποίητης και απαραποίητης Θέμιδας, που πληρώνει τον χώρο και αποληθαργεί το χρόνο.
Για να κατανοήσουμε σωστά τη διδασκαλια του για την αδικία και την πληρωμή, και να μπορέσουμε ακολούθως να εκτιμήσουμε από την άποψη της αγωγής την απόσταση ανάμεσα στον άνθρωπολογικό τυπο που υποδεικνύει η θεωρεία αυτή και στον τύπο που απεργάζεται η σύγχρονη αγωγή, πρέπει να εντάξουμε το όλο σύστημα της στοχαστικής του διόδευσης μέσα στο γενικό πλαίσιο του πνεύματος των Προσωκρατικών.
Το κοίτασμα δηλαδή της αφορμητικής στιγμής του εντοπίζεται στην ιδέα του μηδενός και του είναι , όπως την συνέλαβε ο Παρμενίδης.
Είδαμε πως ο Ηρακλειτος, κάνοντας το πρώτο άλμα, προώθησε την σύλληψη αυτή στην ιδέα της σταθερότητας και της μεταβολής, και πως ο Εμποδοκλής, κάνοντας το δεύτερο άλμα, έφτασε στην ιδέα της φιλίας και της στάσης.
Ο Αναξίμανδρος μ' ένα τρίτο άλμα ολοκληρώνει τον κύκλο δένοντας τον κρίκο του τελους με τον κρίκο της αρχής. Η τροχιά της κινησης που άρχισε απο το ακρότατο σημείο του όντος και, διατρέχοντας την κοσμολογική και τη φυσική περιοχη, κατέληξε στην πρόδηλη μερικότητα του ανθρώπου, με το γιγάντιο τάνυσμα του Αναξίμανδρου υψώθηκε πάλι στο ον.
Το καινούργιο στοιχείο που αφήνει ο Αναξίμανδρος να ανιχνευθεί στο ρεύμα του παγκοσμιου κύκλου είναι η έννοια της δικαιοσύνης μ' έναν τρόπο ανθρώπινα κατανοήσιμο.
Το κοσμικό γεγονός και το κοσμικό δράμα, μας λέει, είναι το πλουμιστό υφάδι του σύμπαντος που υφαίνεται στον αργαλειό της αδικίας και ξυφαίνεται αδιάκοπα από τον αργαλειό της ανταπόδοσης.
Οι νόμοι της φύσης και η λειτουργική των φαινομαίνων ειναι τα ακατασκεύαστα ρείθρα που συγκρατούν και προπέμπουν το αφρισμένο αλαλητό των όντων, καθώς και ο λόγος του σφρίγους και της ευδοκίας τους τα προάγει σ' ένα τέλος αυθαιρεσίας και μεθης
Η ποικιλία των πραγμάτων με όλο το καταπληκτικο πλεγμα της ζωντανής αλληλουχίας τους είναι οι ορδές των κληρωτων και των επιταγμένων που στρατολογήθηκαν για μιά παγκόσμια εκστρατεία θριάμβου προορισμένη, μετά την τροπαιοφόρα καμπή της, να υποτάσσεται στη δικαιοσύνη της ήττας της.
Για να προσεγγίσουμε την έννοια αυτής της ευνομίας πρέπει να θεωρήσουμε τα πραγματα με ανεστραμμένη την προοπτική της ηθικής μας συνήθειας.
Τη δικαιοσύνη, δηλαδή, πρέπει να την αντικρύσουμε σαν εγκόσμια τάξη, και να την αναζητήσουμε στα μέρη που ξεσυνηθίσαμε να φανταζόμαστε πως υπάρχει.
Θα δεχτούμε τότε ότι αδικεί ο χειμώνας όταν μαργώνει τα δένδρα, ξεκάνει τα ζωύφια, απωθεί τα αγρίμια στις κώχες και ετοιμάζει στους σπόρους τον ενταφιασμίο και την σήψη.
Ότι, από την άλλη μεριά, αδικεί το θέρος, όταν παραδίνει τις πέτρες στον πυρετό, σωρεύει πατωσιές στο κουρνιαχτό, στερεύει τα ρεμματα, μάχεται τα σύννεφα, σπέρνει στον αέρα πνιγμό, και αναγκάζει το μεστωμένο σώμα της νύχτας να αποσαρκώνεται και να λιγνεύει.
Με παρόμοιο τρόπο ότι η στιγμη της ακμής του λουλουδιού συνιστά μια πράξη ύβρης, ότι το μήλο που κοκκινίζει στην άκρη του κλώνου έχει εισέλθει στο στάδιο μιάς κολάσιμης υπερβολής, ότι το περιβόλι που πρασινιζει αδικεί την ξερολιθιά. Και ακόμη ότι η στέγνια και η γύμνια της Σαχάρας είναι έγκριτη, μόνο επειδή υπάρχουν οι απέραντες πεδιάδες της Κρακοβίας.
συνοψίζοντας σε μια τέτοια γραμμη το νόημα των παρατηρήσεων που μπορεί να γίνουν με βάση το σχέδιο της φύσης και την οικονομία της ζωής καταληγουμε στο πνεύμα ενός αξιώματος, σύμφωνα με το οποίο τα πραγματα συμμορφώνουν το δραστικό τους λόγο στην πειθώ μιάς ενιαίας πορείας με αντίδρομη φορά.
Ο ένας δρόμος συμπροπέμπει τα όντα στην ορμή της πλήρωσης και της ανόδου. Πλειοδοτεί την κατάφαση ενθαρρύνει τον πλούτο, ευνοεί την γονιμάδα, κατανεύει σταθερά το ναι και το αμήν.
Είναι ο δρόμος της γέννησης, της ακμής, του θάλους, του πόρου, της κυριαρχίας, της χαράς, της διαχυτης υπεροχής.
Στην πορεία αυτή υπάρχει ένα ακρότατο σημείο, που η ορμή των όντων θα το υπερβεί φυσιολογικά και αβίαστα. Χωρίς δηλαδή υστεροβουλία και πρόθεση., χωρίς κακότητα περιφρονημό και θράσος. Επειδή η στιγμή αυτή της έξαρσης, της αναπότρεπτης υπερβολής και της φυσικής τελείωσης είναι νόμιμη και κοσμικά διατεταγμένη.
Αλλά τη στιγμή αυτή- κι εδώ βρίσκεται το παράξενο του κόσμου- που η φορά του ρυθμού τους ανεβάζει τα όντα στην ακμή, τη στιγμή της άκρας επίτασης που τα ίδια τα όντα θα θέλανε να της φωνάξουν εκείνο το
ΣΤΑΜΑΤΑ ΛΟΙΠΟΝ! ΕΙΣΑΙ ΤΌΣΟ ΩΡΑΙΑ,
του ανικητονικημένου Φάουστ, έχει κιόλας σημάνει η επίσημη είσοδο στη γη της αδικίας.Η ζαρια της ανταπόδωσης έχει ριχτεί, η απόφαση της τιμωρίας ειναι πιά υπογραμμένη.
Δεν είναι ανεξήγητο, νομίζω, γιατί αυτή τη στιγμή του ανθρώπου οι έλληνες πίστευαν ότι υπάρχει κίνδυνος να την φθονήσουν οι θεοί.
Έτσι τα όντα εισέρχονται στον άλλο δρόμο του Αναξίμανδρου, όπου το γενικό πρόσταγμα ανατίθεται στις δυνάμεις της άρνησης.
Η φθορά και η πτώση, ο μαρασμός και η συρρίκνωση, η καταφορά, η ατονία η φυγή και η κατάλυση, η ελαττωση και ο σωριασμός, η παράλευση η εγκατάλειψη και η τύψη, ο αφανισμός και η μεγάλη Λήθη ανεβαίνουν σταθερά στο φως, αναλαβαίνουν εορταστικά την αρχή, και υπηρετούν με πίστη τη θητεία τους.
Τότε σβήνεται η πυρκαγιά της ύβρης, πληρώνεται το χρέος στο μηδέν, κορέννυται το μένος της ανταπόδοσης, και ισοζυγιασμένοι οι βραχίονες της ισορροπίας δείχνουν πάλι τις ανεκτες τιμές της κοσμικής αποκατάστασης.
Οπότε αρχίζει εκ νέου η δρομολόγηση των οντων, του καθενός ξεχωριστά, των ζευγών των ομάδων και των συστημάτων ευρύτερα, και όλων μαζί, στον πρώτο δρόμο της ανοδου.
Ολόκληρη η διαλεκτική της αδικίας και της τίσης σημαίνει απλα:
Θα φυλλομαδήσουν τα μπουμπούκια που άνοιξαν, θα σαπίσει ο καρπός που ευώδιασε θα βουλιάξει στις ροές της νύχτας ο ήλιος του μεσημεριού, ο ωραίος Αγχησης που άναψε τον πόθο στη θεά θα γεράσει και θα ρημαχτεί, οι βοριάδεςν θα πληρώσουν την νηνεμία, θα θα.............. , εκείνος που τον τραγούδησαν δεν αμφιβάλλει πως θα τον κλάψουν. Και δεν θα πεθάνει, μόνον όποιος δεν γεννήθηκε.
Βέβαια δεν πρέπει να παραβλέψει κανείς οτι η συλληψη του Αναξίμανδρου για την αδικία και την πληρωμή, με τον τρόπο που εκτίθεται από τον ίδιο, έχει κοσμικό κυριως και λιγότερο ηθικό νόημα.
Κατά τούτο μοιάζει περισσότερο με τις ανάλογες οράσεις των άλλων προσωκρατικών, όπως η άνω και κάτω οδός του Ηράκλειτου, η φιλία και το νείκος του Εμπεδοκλή ή εάν αποβλέψουμε στο ευρύτατο πλάτος της εννοιας, το μηδέν και το είναι του Παρμενίδη.
Και μοιάζει ακόμη περισσότερο, όταν αναλογιστούμε ότι ο δικαστής που προεδρευει σε μια τέτοια δίκη, είναι ο ΧΡΟΝΟΣ
Και η νομοθεσία σύμφωνα με την οποία δικάζει ο χρόνος είναι η τάξη των πραγμάτων. ................
Ο χώρος του δικαστηρίου είναι το άπειρο. Μιά έννοια με την οποία ο Αναξίμανδρος αποσχολεί την σύγχρονη μακροφυσική όχι λιγότερο απ' όσο αποσχολεί τη σύγχρονη μικροφυσικη ο Δημόκριτος με την έννοια του ατόμου.
Είναι φανερό ότι η παράσταση της δικαιοσύνης του Αναξίμανδρου μπορεί να εφαρμαστεί στην περιοχή της ανθρώπινης πράξης, όταν ο άνθρωπος κατανοήσει ότι αποτελεί μικρογραφία του σύμπαντος.
Όσο περισσότερο μπορούμε να υπερβαίνουμε το περίγραμμα της ατομικής μας κατασκευής και να απλώνουμε την προσωπική μας ύπαρξη στην έκταση του κόσμου, τόσο περισσότερο πλησιάζουμε το λόγο της αναξιμάνδρειας δικαιοσύνης.
Τόσο, που στο τέρμα αυτής της ροπής θα βρίσκαμε την ταύτηση του ενός υποκειμένου με τα πολλά αντικείμενα. Αδειαζοντας η ατομική μας λήθη, θα μας γέμιζε η φυσική αλήθεια. Ο ανθρωπος θα γινόταν ένα με τα δένδρα, με τα φύκια, με τα χρώματα .....
ΠΗΓΗ:από το ''HOMO EDUCANDUS"' ή ''Φιλοσοφία της αγωγής" του Δ. Λιαντινη
Ο Λόγος
Ο Λόγος, που επικαλείται ο Ηράκλειτος, είναι ένα υπερβατικό ρήμα, το οποίο ο φιλόσοφος καλείται να ερμηνεύσει. Ο Λόγος που απευθύνεται στον Ηράκλειτο είναι ακριβώς το νόημα που κατέρχεται ως αυτόν εν είδει ενός μηνύματος προς μετάδοση: «Όχι εμένα αλλά το λόγο αφού ακούσετε, είναι σοφό να ομολογήσετε ότι Ένα τα πάντα...» (απ. 50).
Ο Λόγος είναι αυτός που «τα πάντα γίνονται σύμφωνα μ' αυτόν» (απ. 1), αυτός «που τα κυβερνάει όλα» (απ. 72) κι ακόμα αυτός που κρύβεται μέσα στη ψυχή (απ. 45). Τα βάθη όμως από τα οποία προέρχεται μας τον κάνουν σχεδόν απρόσιτο: «Στον πηγαιμό σου δεν θα βρεις τα πέρατα της ψυχής, απ' όλους τους δρόμους κι αν περάσεις· τόσο βαθύ λόγο περιέχει» (απ. 45). Μοιάζει με τη Σίβυλλα που, με μανιασμένο στόμα, λέει λόγια αγέλαστα, ακαλλώπιστα κι αφτιασίδωτα, «με τη φωνή της διασχίζει χιλιάδες χρόνια, με τη βοήθεια του θεού» (απ. 92). Όπως ακριβώς η προφητεία μας μιλά χωρίς να μας λέει συγκεκριμένα το ένα ή το άλλο, έτσι και ο Λόγος μας μεταδίδει ένα νόημα που σε μας απόκειται να αποκρυπτογραφή σουμε, στο μέτρο πάντα των δυνατοτήτων μας. Γνωρίζουμε πως «ο άρχοντας, που δικό του είναι το μαντείο στους Δελφούς, ούτε λέει ούτε κρύβει αλλά σημαίνει» (απ. 93)· τα λόγια του εξακολουθούν να είναι μυστηριώδη για τον άνθρωπο, παρ' ότι σ' αυτόν απευθύνονται. Το ίδιο συμβαίνει και στις σχέσεις των ανθρώπων με το Λόγο: «Παρ' ότι τον λόγο, αυτόν που όλα τα κυβερνά, τον συναναστρέφονται αδιάκοπα, έχουν διαφορές μ' αυτόν, κι όσα συναντούν κάθε μέρα τους φαίνονται ξένα» (απ. 72). Αν και παρόντες, οι άνθρωποι είναι σα να απουσιάζουν, μοιάζουν με κουφούς (απ. 34)· γι' αυτό και ο Ηράκλειτος μας λέει:
Αν κι ο λόγος αυτός είναι αιώνιος, οι άνθρωποι γίνονται ασύνετοι, και πριν τον ακούσουν κι αφού τον ακούσουν για πρώτη φορά' γιατί ενώ τα πάντα γίνονται σύμφωνα μ' αυτόν το λόγο, οι άνθρωποι μοιάζουν άπειροι ακόμα κι όταν καταπιάνονται και με λόγια και με έργα τέτοια σαν αυτά που εγώ διηγούμαι, διαιρώντας το καθένα κατά τη φύση του και λέγοντας το όπως έχει· οι άλλοι όμως άνθρωποι ξαστοχούν όσα κάνουν ξύπνιοι, όπως λησμονούν όσα κάνουν στον ύπνο τους (απ. 1).
Το δράμα της ανθρώπινης συνθήκης οφείλεται στο ότι «ενώ ο λόγος είναι κοινός, οι πολλοί ζουν σαν να είχαν μια δικιά τους φρόνηση» (απ. 2). Υπάρχει, λοιπόν, ταυτόχρονα, μια παρουσία αλλά και μια απόσταση αυτού, δια μέσου του οποίου ο άνθρωπος είναι σε θέση να υπερβεί τον εαυτό του και να φθάσει στην αυτοσυνείδηση. Γιατί «το ανθρώπινο ον δεν έχει σοφίες, το θείο όμως έχει» (απ. 78).
Μπορούμε λοιπόν να πούμε πως υπάρχει ένα μυστικό του ανθρώπου, και με τις δύο σημασίες που εγκλείει ο ονοματικός προσδιορισμός: υπάρχει ένα μυστικό που ανήκει στον άνθρωπο, αλλά όμως το μυστικό αυτό είναι και το μυστικό που τον αφορά. Οι άνθρωποι δυστυχώς «δεν ξέρουν ούτε να ακούνε ούτε να μιλούν» (απ. 19), ζουν μέσα στο επιφαινόμενο (απ. 17) και τρέφονται απ' αυτό: «εξαιτίας της απιστίας / τα πιο πολλά από τα θεία πράγματα / τους διαφεύγουν και δεν γίνονται γνωστά» (απ. 86): ωστόσο «η φρόνηση είναι σ' όλους κοινή» (απ. 113) και «όλοι οι άνθρωποι έχουν μερίδιο στην αυτογνωσία και τη σωφροσύνη» (απ. 116). Το ουσιώδες λοιπόν είναι «η πειθαρχία στη βούληση Ενός» (απ. 33) και το ότι «αντλούμε δύναμη απ' αυτό που είναι σε όλους κοινό» (απ. 114). Ο Ηράκλειτος όμως το λέει ξεκάθαρα: «Αν δεν ελπίζεις, δεν θα βρεις το ανέλπιστο, γιατί είναι ανεξερεύνητο κι αδιάβατο» (απ. 18).
Ο Λόγος λοιπόν είναι ταυτόχρονα, και κατά έναν παράδοξο τρόπο, ένα υπερβατικό νόημα και μια σημασία εμμενής στον άνθρωπο. Ο Λόγος εγκαθίσταται στη καρδιά του σχίσματος, που διαμελίζει τον άνθρωπο σε απολιπόν Είναι και ύπαρξη που τον συγκροτεί· η συνθήκη του άρα δεν μπορεί να 'ναι άλλο από τραγική.
Ο πόλεμος και η αρμονία των αντιθέτων
Τραγικός στοχαστής εμφανίζεται κατ' εξοχήν ο Ηράκλειτος στη θεωρία του για τον πόλεμο και τη σύγκρουση, που αποτελεί μια από τις σημαντικότερες θεματικές του κοσμολογικού οράματος του. Κατά τον Ηράκλειτο, η φύση αγαπά τις αντιθέσεις και ξέρει να χειρίζεται τη σύνθεση τους για να παράγει την αρμονία. Αυτή όμως, η κερδισμένη μ' αντίτιμο τη σύγκρουση, ενότητα διατηρείται ως ένταση μεταξύ αντίρροπων στοιχείων, που τείνουν συνεχώς να αποχωρισθούν το ένα από το άλλο ή να αλληλοκαταστραφούν. Σ' ένα σύγγραμμα, που στο παρελθόν είχε αποδοθεί εσφαλμένα στον Αριστοτέλη, το Περί κόσμου, βρίσκουμε το ακόλουθο, ηρακλείτειας, αναμφίβολα, έμπνευσης, χωρίο, που κλείνει άλλωστε με παράθεση του Εφέσιου:
Αγαπάει και η φύση τα αντίθετα, και μ' αυτά, όχι με τα όμοια, δημιουργεί τη συμφωνία' έτσι γίνεται και ενώνει, λόγου χάρη, το αρσενικό με το θηλυκό, όχι όμως και το κάθε ον με το όμοιο του, και πραγματώνει την πρώτη ομόνοια με την ένωση των αντιθέτων κι όχι των ομοίων. Φαίνεται πως και η τέχνη κάνει το ίδιο, με το να μιμείται τη φύση. Η ζωγραφική, αναμειγνύοντας τα άσπρα και τα μαύρα χρώματα, τα κίτρινα και τα κόκκινα, πετυχαίνει να συμφωνούν οι εικόνες με το μοντέλο. Η μουσική, συνδυάζοντας τους ψηλούς ήχους με τους χαμηλούς, τους μείζονες και τους ελάσσονες, με διαφορετικές φωνές, δημιουργεί μια μοναδική αρμονία. Η γραμματική με τη μείξη των φωνηέντων και των συμφώνων χτίζει όλη της την τέχνη. Αυτό υποστήριξε και ο Ηράκλειτος, ο επονομαζόμενος Σκοτεινός: «Οι συνδέσεις γίνονται από όλα κι από τα όχι όλα, ομόνοια-διχόνοια, συμφωνία-ασυμφωνία: απ' όλα γεννιέται το Ένα και από το Ένα όλα» (απ. 10). Έτσι «τα αντίθετα ταιριάζουν, απ' τις διαφορές γεννιέται η ωραία αρμονία. Τα πάντα γίνονται με την πάλη» (απ. 8).
Θα πρέπει λοιπόν να διακηρύξουμε μαζί του πως «ο πόλεμος είναι ο πατέρας όλων» (απ. 53): ο πόλεμος είναι συμπαντικός, η ίδια η δικαιοσύνη, στο μέτρο που τείνει να εναρμονίζει τα αντίθετα δεν είναι παρά πάλη. Τα πάντα γεννώνται μέσα από τη σύγκρουση και την αναγκαιότητα (απ. 80). Αυτή η πάλη των αντιθέτων, κατά βάθος, δεν είναι άλλο από αυτή την ίδια την τραγωδία, που αντιπαραθέτει το Ένα στην πολλαπλότητα και τα πολλά στο Ένα. Πράγματι, εφόσον τα πάντα γεννώνται από το Ένα και το Ένα από τα πάντα, κατά τη διάρκεια μιας σύγκρουσης είναι, λοιπόν, που η πολλαπλότητα ξεπηδά από το Ένα, που την γενννά και το οποίο αυτή αποχωρίζεται· κι είναι, ακριβώς, μέσα από μια άλλη σύγκρουση που η πολλαπλότητα τείνει να αρνηθεί τον εαυτό της και να ανακαλύψει και πάλι το αντίθετο της που, παρ' ότι γεννημένη μέσα του, κάποτε εγκατέλειψε.
Συνεπώς «ο δρόμος που ανεβαίνει κι αυτός που κατεβαίνει είναι ένας και αυτός» (απ. 60), η Ταυτότητα διατρέχει τη Διαφορά και Διαφορά εγκαθίσταται στην ίδια την καρδιά της Ταυτότητας. Εξού και η ιδέα πως και «μέσα μας είναι το ίδιο: ζωντανό και νεκρό, ξύπνιο και κοιμισμένο, νέο και γηραιό· γιατί αυτά, όταν μεταβάλλονται, γίνονται εκείνα εκεί κι εκείνα, όταν με τη σειρά τους μεταβάλλονται, γίνονται αυτά» (απ. 88).
Η ενότητα άρα συγκροτείται από αντίρροπες τάσεις και ο βρυχηθμός των αντιθέτων στοιχειώνει την καρδιά της αρμονίας: «Δεν καταλαβαίνουν πως αυτό που αντιτίθεται στον εαυτό του βρίσκεται ταυτόχρονα σε αρμονία με τον εαυτό του, ακριβώς όπως οι αντίθετες εντάσεις του τόξου και της λύρας» (απ. 51). Η ηρακλείτεια φιλοσοφία του Λόγου, τραγική ήδη στην ουσία της, προεκτείνεται, κατ' αυτόν τον τρόπο, σε μια φιλοσοφία του σπαραγμού που, αν επιμένει στη λανθάνουσα αρμονία και την ειρήνη του βάθους, υπογραμμίζει ωστόσο έντονα τις χίλιες και μια όψεις του πολέμου, που τα αντίθετα, πράγματα ή όντα, διεξάγουν στη ν επιφάνεια.
δικαιοπολις πελασγος